Blog

10/09/2012
ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΑΚΑΣΙΑ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΣΕ ΑΚΟΥΣΙΑ ΝΟΣΗΛΕΙΑ (N. 2071/1992) Εκτύπωση E-mail

Ακούσια νοσηλεία είναι η χωρίς τη συγκατάθεση του ασθενή εισαγωγή και η παραμονή του, για θεραπεία, σε κατάλληλη Μονάδα Ψυχικής Υγείας.

Κατά το άρθρο 1687 του Αστικού Κώδικα όταν η κατάσταση ενός προσώπου επιβάλλει την ακούσια νοσηλεία του σε μονάδα ψυχικής υγείας, αυτή γίνεται μετά από άδεια του δικαστηρίου και κατά τις διατάξεις ειδικών νόμων.

 

Σύµφωνα µε το άρθρο 95, παρ. 2 του Ν. 2071/1992, οι προϋποθέσεις για την εισαγωγή σε ακούσια νοσηλεία είναι οι εξής: 

α. Ο ασθενής να πάσχει από ψυχική διαταραχή,

β. Να µην είναι ικανός να κρίνει για το συμφέρον της υγείας του,

γ. Η έλλειψη νοσηλείας να έχει ως συνέπεια είτε να αποκλεισθεί η θεραπεία του είτε να επιδεινωθεί η κατάσταση της υγείας του, ή

δ. Η νοσηλεία ασθενή που πάσχει από ψυχική διαταραχή να είναι απαραίτητη για να αποτραπούν πράξεις βίας κατά του ίδιου ή τρίτου.

 

Ενώ δικαιολογητική βάση των διατάξεων περί ακούσιας νοσηλείας είναι η πρόληψη αποτροπής βίαιων εγκλημάτων από ψυχικά ασθενείς, το άρθρο 95 παρ. 3 του Ν. 2071/1992, ορίζει ότι η αδυναμία ή η άρνηση προσώπου να προσαρμόζεται στις κοινωνικές ή ηθικές ή πολιτικές αξίες, που φαίνεται να επικρατούν στην κοινωνία, δεν αποτελεί καθ' αυτή ψυχική διαταραχή. Την ακούσια νοσηλεία μπορούν να ζητήσουν ο/η σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή απεριόριστα ή συγγενής εκ πλαγίου και το δεύτερο βαθμό ή όποιος έχει την επιμέλεια του προσώπου του ή ο επίτροπος του δικαστικά απαγορευμένου. Εάν δεν υπάρχει κανένα από τα πρόσωπα αυτά, σε επείγουσα περίπτωση, την ακούσια νοσηλεία μπορεί να ζητήσει και αυτεπάγγελτα ο εισαγγελέας πρωτοδικών του τόπου κατοικίας ή διαμονής (παρ. 1 αρθρ. 96 του Ν. 2071/1992).

Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2, η αίτηση για την ακούσια νοσηλεία απευθύνεται στον εισαγγελέα πρωτοδικών του τόπου κατοικίας ή διαμονής του προσώπου, που φέρεται στην αίτηση ως ασθενής. Επίσης, την αίτηση πρέπει συνοδεύουν αιτιολογημένες γραπτές γνωματεύσεις δύο ψυχιάτρων, ή επί αδυναμίας εξευρέσεως δύο ψυχιάτρων, ενός ψυχίατρου και ενός ιατρού παρεμφερούς ειδικότητας που θα αναφέρονται στις ανωτέρω προϋποθέσεις. Οι ιατροί δεν πρέπει να τελούν σε σχέση συγγένειας με τον αιτούντα ή τον φερόμενο ως ασθενή. Ο εισαγγελέας, αφού διαπιστώσει τη συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων και εφόσον και οι δύο ιατρικές γνωματεύσεις συμφωνούν για την ανάγκη ακούσιας νοση­λείας, διατάσσει τη μεταφορά του ασθενή σε κατάλληλη μονάδα ψυχικής υγείας που υπάρχει στον "Τομέα" ψυχικής υγείας της κατοικίας του ασθενή, εκτός αν ειδικές συνθήκες επιβάλλουν τη νοσηλεία του αλλού (άρθρο 96 παρ. 4). Εάν οι γνωματεύσεις των δύο ιατρών διαφέρουν μεταξύ τους, ο εισαγγελέας, μπορεί να διατάξει τη μεταφορά του φερόμενου ως ασθενή, εισάγει την αίτηση στο πολυμελές πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία της παρ. 6 του άρθρου αυτού, δηλαδή σε τρεις ημέρες από τότε ο ίδιος με αίτησή του ζητεί να επιληφθεί το Μονομελές Πρωτοδικείο στο οποίο υπηρετεί, (πλέον στο Μονομελές Πρωτοδικείο σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρ. 740ΚΠολΔικ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 39 Ν.2447/03-12-1996), που συνεδριάζει μέσα σε 10 ημέρες κατά την κρίση του, "κεκλεισμένων των θυρών", ώστε να προστατεύεται η ιδιωτική ζωή του ασθενή. Στη συνεδρίαση καλείται πριν από 48 ώρες και ο ασθενής, ο οποίος δικαιούται να παραστεί με δικηγόρο και με ψυχίατρο ως τεχνικό σύμβουλο. Σε περίπτωση επικινδυνότητας του φερόμενου ως ασθενή οι ανωτέρω προθεσμίες δύναται να συντμηθούν.

Σύμφωνα με την παρ. 4 του αρθρ. 96, ο ασθενής πρέπει να ενημερώνεται αμέσως μόλις γίνει η μεταφορά του στη Μονάδα Ψυχικής Υγείας, από το διευθυντή ή άλλο πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί το καθήκον αυτό, για τα δικαιώματά του και ειδικότερα το δικαίωμά του να ασκήσει κάποιο ένδικο μέσο. Για την ενημέρωση αυτή συντάσσεται πρακτικό που υπο­γράφεται, εκτός από τον υποχρεωμένο να ενημερώσει και από το συνοδό του ασθενή.

Στην περίπτωση που τη διαδικασία κινεί αυτεπάγγελτα ο εισαγγελέας ή που στην αίτηση αναφέρεται ότι ήταν ανέφικτη η εξέταση του ασθενή, λόγω άρνησής του να εξετασθεί, ο εισαγγελέας πρωτοδικών δικαιούται να διατάξει τη μεταφορά του ασθενή για εξέταση και σύνταξη των γνωματεύσεων, σε δημόσια ψυχιατρική κλινική. Η μεταφορά του διενεργείται υπό συνθήκες που εξασφαλίζουν το σε­βασμό στην προσωπικότητα και την αξιοπρέπεια του ασθενή, η δε παραμονή του ασθενή εκεί για τις αναγκαίες εξετάσεις δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από 48 ώρες.

Σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 96, το δικαστήριο, που δικάζει με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αν κρίνει ότι οι γνωματεύσεις των δύο ψυ­χιάτρων που προσάγονται διαφέρουν μεταξύ τους ή δεν είναι πειστικές ή ο επιστημονικός διευθυντής του νοσοκο­μείου στο οποίο έχει εισαχθεί ο ασθενής διατυπώνει αντίθετη προς τις γνωματεύσεις γνώμη, διατάζει την εξέταση του ασθενή και από άλλο ψυχίατρο εγγεγραμμένο στους κατα­λόγους ιατρικών συλλόγων της χώρας, κατά προτίμηση επίκουρο τουλάχιστον καθηγητή ή επιστημονικό διευθυντή δημόσιας Μονάδας Ψυχικής Υγείας ή το νόμιμο αναπληρωτή του.

Η απόφαση του πρωτοδικείου πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη. Αν ο ασθενής τον οποίο αφορά έχει προ­σαχθεί με διαταγή του εισαγγελέα σε ψυχιατρική κλινική, στην περίπτωση που η αίτηση αναγκαστικής νοσηλείας γίνεται δεκτή, συνεχίζεται η παραμονή του εκεί, ενώ στην περίπτωση που η αίτηση απορρίπτεται, διατάσσεται η άμεση έξοδος.

Σύμφωνα με το άρθρο 99 παρ. 2 του Ν. 2071/1992, η ακούσια νοσηλεία διακόπτεται όταν πάψουν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 95 του νόμου αυτού. Στην περίπτωση αυτήν, ο επιστημονικός διευθυντής της ψυχιατρικής κλινικής, στην οποία νοσηλεύε­ται ο ασθενής, οφείλει να του χορηγήσει εξιτήριο και συγχρόνως να κοινοποιήσει σχετική έκθεση στον αρμόδιο Εισαγγελέα.

Η διάρκεια της ακούσιας νοσηλείας δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι (6) μήνες. Μετά την πάροδο των τριών πρώτων μηνών, ο επιστημονικός διευθυντής της ψυχιατρικής κλινικής και άλλος ένας ψυχίατρος του τομέα ψυχικής υγείας, υποβάλλουν έκθεση στον Εισαγγελέα για την κα­τάσταση της υγείας του ασθενή. Ο εισαγγελέας δικαιούται να διαβιβάσει την έκθεση αυτή στο Μονομελές Πρωτοδικείο της περιφέρειάς του και με αίτησή του να συνεχιστεί ή να διακοπεί η ακούσια νοσηλεία. Κατ’ εξαίρεση μπορεί να παρατεθεί η ακούσει νοσηλεία άνω των 6 μηνών μετά από σύμφωνη γνώμη επιτροπής αποτελούμενης εκ τριών ψυχιάτρων, ήτοι του θεράποντος και δύο άλλων που ορίζονται από τον Εισαγγελέα.

Το ίδιο πρόσωπο σύμφωνα με το άρθρο 100 του Ν. 2071/1992, μπορεί να τεθεί και πάλι σε ακούσια νοσηλεία, αρκεί να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 94 παρ. 2 για την εκούσια νοσηλεία. Όμως, εδώ δημιουργείται ερμηνευτικό πρόβλημα. αφού ορίζεται ότι το πρόσωπο που τέθηκε σε ακούσια νοσηλεία είναι δυνατόν να νοσηλευτεί ξανά μόνο με βάση τις διατάξεις της εκούσιας νοσηλείας, δηλαδή μόνο εφόσον το ίδιο πρόσωπο συναινεί στη νοσηλεία. Βάσει του άρθρου 100, αυτός ο προβληματισμός παρατείνεται, καθώς αναφέρεται στο άρθρο 96, το οποίο αναφέρεται στην ακούσια νοσηλεία και όχι στην εκούσια.

Πρόβλημα μπορεί να δημιουργηθεί στην περίπτωση που εκκρεμεί απόφαση που θα κρίνει τη νομιμότητα της ακούσιας νοσηλείας και την ίδια ώρα ο δ/ντής της μονάδας ψυχικής υγείας κρίνει ότι πρέπει να δοθεί στον «ασθενή» εξιτήριο. Στην περίπτωση αυτή, η δίκη καθίσταται άνευ αντικειμένου, καθότι ο αρμόδιος ιατρός έχει κρίνει ήδη από μόνος του ότι η ακούσια νοσηλεία δεν πρέπει να συνεχιστεί.

Στην πράξη, δυστυχώς όλα τα ανωτέρω δεν τηρούνται κατά γράμμα, με αποτέλεσμα τη διενέργεια συνοπτικών διαδικασιών από πλευράς των Εισαγγελέων, χωρίς την αυτοπρόσωπη εμφάνιση του προσώπου που θα εισαχθεί προς ακούσια νοσηλεία. Ουκ ολίγες είναι οι καταδίκες τις οποίες έχει υποστεί η χώρα μας για παραβίαση του θεσμού σε διάφορα σημεία του. Τέλος, να σημειωθεί ότι η διαδικασία της ακούσιας νοσηλείας είναι μια εμπειρία που στιγματίζει την προσωπικότητα ενός ατόμου και ο τρόπος που διενεργείται θεωρείται συχνά από τους υφιστάμενους αυτήν, βάναυσος και προσβλητικός της προσωπικότητάς τους, αφήνοντας ανεξίτηλα σημάδια για τη συνέχεια της ζωής τους.


Ευγενία Φωτοπούλου

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.