Blog

01/10/2012
ΑΠΟΛΥΣΗ ΕΓΚΥΟΥ Εκτύπωση E-mail

Κατά την παρ. 1 του άρθρου 15 του Ν. 1483/1984, το οποίο αφορά την προστασία της μητρότητας, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 3996/2011 «απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας εργαζόμενης από τον εργοδότη της κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης της, όσο και για το χρονικό διάστημα 18 μηνών μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο,

λόγω ασθενείας που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός αν υπάρχει σπουδαίος λόγος για την καταγγελία. Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης της εργασίας της εγκύου που οφείλονται στην εγκυμοσύνη», αρκεί να υπήρξε εγκυμοσύνη και τοκετός και τούτο ανεξαρτήτως εάν ο εργοδότης γνώριζε ή όχι την εγκυμοσύνη αλλά και ανεξαρτήτως του εάν η σύμβαση εργασίας είναι έγκυρη ή όχι (σχέση εργασίας). Σκοπός του ως άνω νόμου είναι η προστασία της μητρότητας εν γένει και η ενθάρρυνση των εργαζομένων γυναικών να αποκτούν τέκνα, πράγμα το οποίο επιτυγχάνεται με την εξασφάλιση της αποκαταστάσεως και της προσαρμογής του οργανισμού τους στην πριν από την εγκυμοσύνη τους φυσιολογική κατάσταση, ώστε πριν από την πάροδο του προς τούτο απαιτούμενου χρόνου να μην είναι επιτρεπτή κατά το νόμο η καταγγελία των εργασιακών τους συμβάσεων. Ακολούθως με το άρθρο 2 του π.δ. 176 της 2/15.7.1997, προβλέπεται ότι για την εφαρμογή του ως άνω π.δ., ότι ως (α) «έγκυος εργαζόμενη» νοείται η γυναίκα που βρίσκεται σε κατάσταση εγκυμοσύνης, (β) «λεχώνα εργαζόμενη» κάθε εργαζόμενη γυναίκα που δυανύει το στάδιο μετά τον τοκετό και για χρονικό διάστημα μέχρι δύο μηνών και (γ) «γαλουχούσα εργαζόμενη» κάθε εργαζόμενη γυναίκα που γαλουχεί, εφόσον έχει πληροφορήσει σχετικά τον εργοδότη της και για χρονικό διάστημα μέχρι ένα έτος από τον τοκετό.

Σύμφωνα με το νόμο σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί σπουδαίο λόγο η μειωμένη απόδοση της εργαζόμενης, η οποία οφείλεται στην εγκυμοσύνη της. Αντίθετα, έχει κριθεί ότι συνιστά σπουδαίο λόγο για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας εγκύου εργαζομένης η θέση του εργοδότη σε στάδιο εκκαθάρισης, καθώς και όταν η εργοδοτική επιχείρηση διακόψει οριστικώς την λειτουργία υποκαταστήματός της, στο οποίο υπηρετεί η έγκυος εργαζόμενη ή μεταφέρει την επιχειρηματική της δραστηριότητα σε άλλο τόπο. Και τούτο διότι για την καταγγελία αυτή συντρέχει σπουδαίος λόγος, συνιστάμενος στην διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης ή του υποκαταστήματος του εργοδότη, με επακόλουθο να εκλείψει το αντικείμενο της εργασίας της εγκύου εργαζομένης.

Εάν η σύμβαση εργασίας της εργαζομένης εγκύου ή επιτόκου καταγγελθεί χωρίς σπουδαίο λόγο, ή εάν δεν συντρέχει ο επικληθείς από τον εργοδότη σπουδαίος λόγος, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι απολύτως άκυρη, ο δε εργοδότης εφόσον αρνείται την προσφερόμενη από αυτήν εργασία, θεωρείται υπερήμερος και οφείλει μισθούς υπερημερίας και ό,τι άλλο η εργαζόμενη θα λάμβανε εάν ο εργοδότης αποδέχετο την εργασία της. Επίσης, ο εργοδότης οφείλει και τόκο υπερημερίας επί της οφειλόμενης χρηματικής απαιτήσεως του μισθού, των επιδομάτων Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και του επιδόματος αδείας και μάλιστα από τη δήλη ημέρα κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί, σύμφωνα με το νόμο, κάθε μία από τις απαιτήσεις αυτές, χωρίς να απαιτείται σχετική όχλησή του.

 

Μαρία Τζαβέλα

E-mail: maria@efotopoulou.gr